Σάββατο, 06 Φεβρουαρίου 2010 03:22

Γράμμα από ένα σκυλάκι που γεννήθηκε σε ένα παράνομο κολαστήριο.

Εμείς έχουμε φωνή, εσείς δεν έχετε διάθεση να μας ακούσετε..! Γεννήθηκα στις αρχές Οκτωβρίου μαζί με τα άλλα 5 αδερφάκια μου, όλα ήταν καλά μέσα στην κοιλίτσα της μητέρας μου και ένιωθα την μητέρα μου πάντα να προσπαθεί να μας προφυλάξει. Οι μέρες περνούσαν και εμείς μεγαλώναμε όλο και πιο πολύ, είχα τόση αγωνία να δω την μητέρα μου αλλά να δω και τους φίλους και το χώρο που έμενε.Έτσι ένα πρωινό αρχίσαμε να βγαίνουμε όλα το ένα πίσω από το άλλο, το τελευταίο κουτάβι ήμουν εγώ, ένιωθα τόσο κρύο στο κορμάκι μου αλλά δεν με ένοιαζε γιατί ήμουν στην αγκαλιά της μητέρας μου και ένιωθα και προστατευμένο, δεν μπορούσα να την δω τουλάχιστον όχι ακόμα αλλά αυτή ήταν τόσο γλυκιά μας καθάριζε και όταν φεύγαμε από κοντά της μας μάζευε στην αγκαλιά της για να πιούμε γαλατάκι. Κοιμόμασταν με τις ώρες και πάντα η μητέρα μας ήταν κοντά μας, ωσότου μια μέρα ένιωσα το ίδιο κρύο που ένιωσα όταν πρωτογεννήθηκα, εκείνη την μέρα θα ανοίγαμε τα ματάκια μας και για πρώτη φορά θα βλέπαμε την μητέρα μας, ήμουν πολύ χαρούμενο αλλά δυστυχώς η χαρά μου διήρκησε λίγο, είδα να παίρνουν την μητέρα μου από το μικρό τσιμεντένιο κλουβάκι μας και να την βάζουν σε μία μαύρη σακούλα, από την στιγμή που την πήραν από κοντά μας κλαίγαμε συνέχεια είχα ακουμπήσει την μουσούδα μου στα κάγκελα του μικρού και κρύου κλουβιού και έκλαιγα, δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι θα έφευγε από κοντά μας, εκεί εμφανίστηκαν μπροστά μου δύο θεόρατα πόδια και μια πολύ λεπτή και γερασμένη σκυλίτσα και τρία μεγαλύτερα κουτάβια.
Την πέταξαν στο κλουβάκι μας και εκείνη μας μάζεψε κοντά της. Εγώ αμέσως την ρώτησα να μου πει για την μητέρα μας, εκείνη όμως δεν απαντούσε απλά μας κοιτούσε με δακρυσμένα μάτια. Δεν καταλάβαινα τι είχε συμβεί και φοβόμουν πολύ, σταμάτησα να τρώω και εκείνη συνεχώς με παρακινούσε λέγοντας μου ότι πρέπει να πίνω γάλα γιατί πρέπει να φύγω από εκεί και να μην έχω την ίδια κατάληξη με εκείνην. Και τότε άρχισε να μου εξιστορεί όλα όσα είχαν συμβεί το πώς βρέθηκε εκεί, για τα τόσα παιδιά που είχε φέρει στον κόσμο και δεν τα είχε ξαναδεί παρά μόνο την κόρη της και μητέρα μου, που πριν λίγες μέρες είχε φύγει, η γιαγιά μου γεννούσε ασταμάτητα και φοβόταν για την ίδια της την ζωή αφού όταν θα σταματούσε να γεννάει μου είπε ότι τότε θα την θανάτωναν αυτοί οι στυγεροί εγκληματίες.

Ήμουν τόσο στεναχωρημένος με όλα αυτά που άκουγα και εκείνη συνέχισε να μου λέει να τρώω γιατί διαφορετικά θα είχα την ίδια κατάληξη με εκείνη, θα παρέμενα εκεί. Αν έφευγα από εκεί ίσως και να έσωζα την ζωή μου. Οι μέρες περνούσαν και εγώ όλο και μεγάλωνα με την αγαπημένη μου γιαγιά, είχαμε γίνει ήδη αρκετά μεγάλα και ήδη είχαν πάρει τα παιδιά της γιαγιάς μου από εκεί, είχαμε μείνει μόνα μας εγώ και τα 5 αδερφάκια μου, ξέραμε ότι σε λίγο καιρό θα ερχόταν και η δική μας σειρά για να φύγουμε από εκεί και όσο το σκεφτόμουν στεναχωριόμουν όλο και πιο πολύ, όμως πιο πολύ στεναχωριόταν η γιαγιά μου που θα αναγκαζόταν και πάλι να γεννήσει και ίσως να μην τα κατάφερνε όπως δεν τα είχε καταφέρει και η μητέρα μου.


Είχε ήδη νυχτώσει από ότι είδα από την μικρή τρύπα του τσιμεντένιου μας κλουβιού, όλα τα υπόλοιπα σκυλιά είχαν ήδη κοιμηθεί, είχε τόσο ησυχία αλλά εγώ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, διαισθανόμουν άσχημα πράγματα και παρατηρούσα τον κόσμο έξω από εκείνη την μικρή τρύπα, ένα φως από μακριά φάνηκε να έρχεται προς το μέρος μας και τότε όλοι οι υπόλοιποι φίλοι άρχισαν να γαυγίζουν και να γίνεται πανικός, το απότομο φρενάρισμα ενίσχυσε την φασαρία που επικρατούσε. Τότε φάνηκαν έξω από το κλουβί μας τα δύο τεράστια πόδια, φοβισμένος πήγα και κρύφτηκα πίσω από την γιαγιά μου, μάζευαν όλα τα κουτάβια σε ένα κλουβάκι που κρατούσαν στα χέρια τους, η γιαγιά μου με έσπρωξε μπροστά πίστευε ότι έτσι θα γλίτωνα από ένα τέτοιο περιβάλλον.

¶κουγα τα ουρλιαχτά της γιαγιάς μου, έκλαιγα και εγώ ασταμάτητα. Εκείνοι με έπιασαν από το σβέρκο και ο πόνος ήταν ανυπόφορος , η μητέρα μου όταν το έκανε το έκανε απαλά χωρίς να με τραυματίζει, με πέταξαν μέσα στο κλουβάκι που ήταν και τα αδερφάκια μου, 6 κουτάβια σε ένα τόσο δα μικρό κλουβί. Μας πήγαν σε ένα μεγάλο αυτοκίνητο εκεί μέσα είχαν και άλλα κλουβάκια με πολλά διαφορετικά κουτάβια. Κάναμε διάφορες στάσεις και σε κάθε στάση κάποια κλουβάκια άδειαζαν, φτάσαμε στο στολισμένο κέντρο της Αθήνας, σταματήσαμε σε ένα μεγάλο κατάστημα με πάρα πολλά ζωάκια, άνοιξαν το κλουβάκι μας και πήραν εμένα και ένα από τα αδερφάκια μου και μας έβαλαν σε μια τετράγωνη γυάλα με έντονο φωτισμό, αρχικά είχα χαρεί γιατί είχε και άλλα ζωάκια εκεί.


Την επόμενη μέρα καθόμουν και κοιτούσα τον δρόμο και έβλεπα πολλά πρόσωπα χαμογελαστά μπροστά μου, που σταματούσαν και κάτι έλεγαν αλλά το διπλό τζάμι δεν με άφηνε να καταλάβω τι έλεγαν. Ο αδερφούλης μου κοιμόταν με τις ώρες δεν ήξερα τι τον είχε πιάσει, το κλουβί ήταν πολύ βρώμικο και δεν είχαμε καθόλου νερό και η τροφή μας ήταν ελάχιστη και άνοστη. Τα βράδια ήταν πολύ άσχημα εκεί αφού το έντονο φώς που παρέμενε ανοικτό με δυσκόλευε σε συνδυασμό με κάποιους περαστικούς που χτυπούσαν το τζάμι , να κοιμηθώ. Το αδερφάκι μου έριχνε ώρες ύπνου χωρίς να το επηρεάζει το οτιδήποτε, ήμουν σίγουρος ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, πήγα κοντά του και τον σκούντησα και εκεί διαπίστωσα ότι είχε πεθάνει, κείτονταν άψυχο στο βρώμικο κλουβάκι μας, πήγα και ξάπλωσα δίπλα του και αποκοιμήθηκα. Την επόμενη μέρα όλα ήταν ήσυχα στο μαγαζί κανείς δεν το άνοιξε. Ήμουν χωρίς νερό και τροφή και παρέα με το άψυχο κορμάκι του αδερφού μου, μόνο κάποιοι περαστικοί περνούσαν και σταματούσαν και με έβλεπαν και έδειχναν τον αδερφούλη μου. Είχα ξεχάσει την πείνα το μόνο που άρχιζε να με νοιάζει ήταν πως θα έφευγα από εκεί. Να έφευγα δεν μπορούσα άλλο, είχα κουραστεί, ένιωθα μόνο και καταπονημένο από όλα όσα είχαν συμβεί.

Το επόμενο πρωινό με ξύπνησαν οι φωνές σε συνδυασμό με την σιδερένια συρόμενη πόρτα που έτριζε πάντα όταν την άνοιγαν, πέρασαν αρκετές ώρες μέχρι να έρθουν να μας βάλουν τροφή και νερό και να πάρουν το αδερφάκι μου από την τετράγωνη γυάλα μας. Για άλλη μια φορά αντίκρισα την μαύρη τεράστια σακούλα που πέταξαν τον μικρό μου αδερφό όπως τότε με την μητέρα μου.

Καθόμουν και έτρωγα τις σκληρές, άνοστες και λιγοστές κροκέτες, εκεί που έτρωγα ένιωσα τα χέρια ενός μικρού κοριτσιού που έκλαιγε με αναφιλητά και με πήρε στην αγκαλιά του, με έσφιγγε τόσο που μου ερχόταν να βγάλω όσα είχα φάει. Εγώ προκειμένου να φύγω από εκεί την έγλυφα μετά μανίας μήπως και συγκινιόταν λίγο και με έπαιρναν από εκεί, έπρεπε να βάλω όλα τα μέσα για να φύγω από το μαρτύριο που ζούσα ακόμα και αν δεν ήξερα αν θα ήταν για καλύτερο ή για χειρότερο, δεν το σκεφτόμουν αυτό. Το κοριτσάκι με είχε στην αγκαλιά της με χάδια και φιλιά, έφεραν ένα μικρό κλουβάκι και με έβαλαν μέσα, με είχαν αγοράσει απλά δεν ήξερα που πηγαίνω και δεν ήμουν και πολύ αισιόδοξος, άλλωστε η τελευταία φορά που μου είχε συμβεί αυτό ήταν όταν τελικά βρέθηκα σε αυτό το κατάστημα, από το ένα κολαστήριο στο άλλο, τι θα επακολουθούσε κανείς δεν ήξερε παρά μόνο το μικρό κοριτσάκι και η μητέρα του.

Φτάσαμε σε ένα σπίτι που μας περίμενε ένας άνθρωπος με λευκά, εκείνος με ανέβασε σε ένα μεγάλο μεταλλικό και καθαρό κρεβάτι και έβαλε ένα στρογγυλό μεταλλικό και κρύο πράγμα στο κορμάκι μου. Αφού με τσίμπησε με πήρε στην αγκαλιά του και με χάιδευε, είχα τόσο ηρεμήσει εκεί, ήξερε πώς να το κάνει. Εκ των υστέρων έμαθα ότι ήταν ο Κτηνίατρος μου. Έδωσε στην μαμά του κοριτσιού κάποιες οδηγίες για μένα και φύγαμε από εκεί και πήγαμε στο καινούριο μας σπίτι. Ήταν ένα τεράστιο σπίτι με μεγάλα δωμάτια και πολύ ζεστό, τα φώτα ήταν πολύ διακριτικά. Μου έβαλαν ένα μικρό καλάθι με κάποια ζεστά υφάσματα μέσα και με τοποθέτησαν εκεί, ήταν πολύ ζεστά και άρχισα να κοιμάμαι εκεί, η μαμά του κοριτσιού ερχόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα και με σκέπαζε και μου έδινε ένα απαλό χάδι σαν τότε με την μητέρα μου, ένιωθα ασφάλεια.

Οι μέρες περνούσαν και εγώ είχα γίνει ένα μεγάλο κουτάβι, το κοριτσάκι είχε βαρεθεί να παίζει μαζί μου και δεν μου έδινε καμία σημασία, εν αντιθέτως η μητέρα του μου προσέφερε τα πάντα, μου μιλούσε πάντα με καλά λόγια και εγώ προσπαθούσα να μην δημιουργώ προβλήματα, βγαίναμε καθημερινά βόλτα στο πάρκο, ήμουν πολύ ευτυχισμένος είχα βρει την δική μου οικογένεια. Στο πάρκο είχα γνωρίσει και μία φίλη, μια φίλη που είχε τα χαρακτηριστικά μου ή τουλάχιστον κάποια από αυτά η οποία μου είχε πει περίπου την ίδια ιστορία με την δική μου μόνο που αυτή δεν είχε σταθεί τυχερή γιατί αν και αρχικά την είχαν αγοράσει για ένα άλλο κοριτσάκι, εκείνο πολύ σύντομα την παραμελούσε και κανείς άλλος δεν ενδιαφερόταν, έτσι και την έδιωξαν και έμεινε για μέρες μόνη στο δρόμο χωρίς φαγητό, είχε βρει μία τρύπα και καθόταν εκεί βγάζοντας το μουτράκι της και παρακαλώντας για ένα χάδι, όλοι την προσπερνούσαν άλλοι την κλοτσούσαν και μόνο ένα αγόρι που την είχε δει της έφερνε καθημερινά φαγητό, εκείνη φοβόταν να το πλησιάσει αλλά στο τέλος αφού είδε το ενδιαφέρον του, τον πλησίασε και την πήρε μαζί του και είχαν γίνει αχώριστοι και ήταν εκεί στο πάρκο μαζί της.

Μεγαλώνοντας έμαθα πολλά πράγματα και το πιο σημαντικό ήταν ότι η αγαπημένη μου οικογένεια έκανε ότι πιο σωστό μπορούσε να κάνει, να με στειρώσει, προτιμότερο να είμαι στειρωμένος παρά να διαιωνίσω το είδος μου και να περάσει το ίδιο πριν τύχει και βρω την οικογένεια μου ή και χειρότερα από ότι πέρασα και εγώ. Δεν είμαστε παιχνίδια, έχουμε ψυχή απλά δεν μπορούμε να σας μιλήσουμε, όχι γιατί δεν έχουμε φωνή αλλά γιατί εσείς δεν έχετε διάθεση να μας ακούσετε.

ΜΕ ΑΓΑΠΗ Ο ΕΡΜΗΣ!
του συντάκτη: George Alexandrakis (G-AL)
Pet World Magazine